Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Οι Ελληνες και η όπερα


Οι Ελληνες και η όπερα
Άλλο ένα είδος τέχνης που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και το οποίο οι Νεοέλληνες -εν πολλοίς- αγνοούν. Αλλοτε επιδεικτικά, άλλοτε γιατί «δεν έτυχε», άλλοτε γιατί ο -συζητήσιμος- ελιτισμός του είδους δεν τους αγγίζει. Ευτυχώς, κάτι δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια.
Η όπερα είναι το καλλιτεχνικό μόρφωμα όπου η μουσική συναντάει το θεατρικό δράμα. Αν και έλκει την καταγωγή της από την Ιταλία της Αναγέννησης, η αρχική μαγιά των διανοητών που την έπλασαν ήταν το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η όπερα είναι μια προσπάθεια αναβίωσης της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, που ως γνωστόν περιέχει απαγγελία, εκφραστική, τραγούδι, κουστούμια, δράμα και χορό. Στην Ελλάδα, το εν λόγω καλλιτεχνικό είδος εισήχθη μέσω των νησιών του Ιονίου στα τέλη του 18ου αιώνα και των Επτανήσιων συνθετών, που είχαν ευρωπαϊκή μουσική παιδεία. Στην Αθήνα φτάνει περίπου μισό αιώνα μετά: Το 1837 γίνεται η πρώτη απόπειρα, ακολουθούν περιοδεύοντες θίασοι από το εξωτερικό, παρουσιάζονται έργα Επτανήσιων συνθετών και το 1916 ανεβαίνει στην Αθήνα η παράσταση «Ο πρωτομάστορας» του Μανώλη Καλομοίρη. Είναι το πρώτο έργο της εθνικής μουσικής σχολής της Ελλάδας. Από τότε διαδραματίστηκαν πολλά: Αναδείχτηκαν μεγάλοι Ελληνες συνθέτες και λυρικοί τραγουδιστές και ανέβηκαν σπουδαία ελληνικά και ξένα έργα. Ωστόσο, η απουσία του ευρύτερου κοινού παραμένει εκκωφαντική. Το μέλλον, πάντως, προμηνύεται καλύτερο.

Στόχος, ο μέσος άνθρωποςΩς καλλιτεχνικό είδος, η όπερα δεν είναι δύσκολη ούτε ακαταλαβίστικη. Οι λόγοι για τους οποίους φαντάζει δυσπρόσιτη είναι πιο σύνθετοι. Εξηγήσιμοι ωστόσο.
Οι Ελληνες και η όπερα
H όπερα στην Ελλάδα κέρδισε εξαρχής την εύνοια της βασιλικής οικογένειας και ταυτίστηκε κυρίως με την αριστοκρατία. Σε μικρότερο βαθμό με τα πιο δυναμικά στρώματα της αστικής τάξης. Κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το τι συμβαίνει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, στην Ιταλία η όπερα, μολονότι «αριστοκρατικό» πνευματικό προϊόν, είναι πολύ δημοφιλής στα λαϊκά στρώματα. Το ίδιο συμβαίνει στην Αυστρία και τη Γερμανία (όπου όλες οι μεγάλες πόλεις έχουν και από μία όπερα). Στην Ελλάδα αντίθετα, παρά τις προσπάθειες που είχαν γίνει στις αρχές του 20ού αιώνα (με φτηνά εισιτήρια για τα χαμηλά στρώματα), από ένα σημείο και πέρα η όπερα συμπορεύτηκε συμβολικά με το κοινωνικό γόητρο και με τον αποκλεισμό των οικονομικά ασθενέστερων. Αυτός ο διαφαινόμενος ελιτισμός σίγουρα υποδηλώνει και ένα έλλειμμα από την πλευρά της Λυρικής Σκηνής, που δυσκολεύτηκε να πλησιάσει τον μέσο Ελληνα. Ωστόσο όλοι οι εμπλεκόμενοι διακηρύσσουν ότι σε αυτόν απευθύνονται. Προς αυτήν την κατεύθυνση λειτουργούν και οι υπότιτλοι (ηλεκτρονικοί, σε ειδικό πλαίσιο πάνω από τη σκηνή), που πλέον συνοδεύουν όλες τις παραστάσεις στην Ελλάδα.

Επτανησιακή και Εθνική

Οι δύο μουσικές σχολές
Τα ελληνικά έργα όπερας (μελοδράματα) διακρίνονται σε δύο ευδιάκριτες κατηγορίες: Στα επτανησιακά (τα οποία προηγήθηκαν χρονικά), που ακολουθούν τη μελωδική γραμμή και τις βασικές αρχές της ιταλικής όπερας, με πολλά από τα έργα να είναι γραμμένα στην ιταλική γλώσσα. Η γειτνίαση, εδώ, έπαιξε καθοριστικό παράγοντα. Δεύτερον, στα έργα της εθνικής σχολής, την οποία εισήγαγε ο Μανώλης Καλομοίρης. Χαρακτηριστικά της, η ελληνική θεματολογία και γλώσσα και οι επιρροές από τη δημοτική και τη βυζαντινή μουσική, αλλά και από το μουσικό ύφος της γερμανικής εθνικής σχολής.

Η άλλη διάσταση της όπερας
Ο Τζοβάνι Πάκορ διακρίνει μια αξιοσημείωτη στροφή προς την όπερα και μια ανανέωση του οπερόφιλου κοινού προς τα κάτω ηλικιακά: «Υπάρχουν νέοι που κλείνουν με την έναρξη της προπώλησης τα εισιτήριά τους από το ίντερνετ και πιστό κοινό που σχηματίζει ουρές στα ταμεία για μία παράσταση της «Μποέμ» ή της «Τραβιάτας». Που απολαμβάνει τις παραστάσεις, κρίνει, χειροκροτεί, συμμερίζεται τα προβλήματα, τους στόχους μας». Για το τέλος, τον ρωτάμε για ποιους λόγους θα έπρεπε κάποιος να παρακολουθήσει έστω για μία φορά στη ζωή του όπερα. «Με την όπερα μεταφέρεσαι σε άλλη διάσταση, για δυο τρεις ώρες σταματά ο χρόνος. Δεν θα πεις ποτέ ότι έχασες τον χρόνο σου. Δίνεις μια πραγματική πρώτη ευκαιρία αυτοανανέωσης τόσο με την τέχνη όσο και με τον ίδιο σου τον εαυτό. Η όπερα είναι απόδραση από την πραγματικότητα».

Η πορεία της όπερας


Από τη γέννηση ως την ωρίμανση

Το βιβλίο της Αγγελικής Σκανδάλη «Η πορεία της όπερας: Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα σε σχέση με τη συγκρότηση του αστικού χώρου» (Gutenberg 2001) αποτελεί μια εξαίρετη πραγματεία πάνω στο ξεκίνημα της όπερας επί ελλαδικού εδάφους, ιδωμένο μέσα από διάφορα πρίσματα: Την κοινωνιολογία, τη συγκρότηση του νέου κράτους, την ιστορία, την πολιτική, τις τέχνες και τα γράμματα. Καλύπτει χρονικά την περίοδο 1817-1916 ακολουθώντας τα χνάρια του μελοδράματος στην Ελλάδα.

Σε τροχιά ανάπτυξης
Ο Τζοβάνι Πάκορ (από Ιταλό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα) είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από το 2008. Τα σχέδιά του είναι μεγάλα!
ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον για την όπερα στην Ελλάδα. Η αισιοδοξία προκύπτει και από την εξέλιξη των έργων ανέγερσης της νέας όπερας της Αθήνας, σε αρχιτεκτονικά σχέδια Ρέντζο Πιάνο. Θα στεγαστεί στο Κέντρο Πολιτισμού - Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στον χώρου του παλαιού Ιπποδρόμου στο Δέλτα Φαλήρου. Ο ίδιος προσδοκάει από τη δημιουργία της νέας όπερας την αποκατάσταση του είδους σε μια ευρωπαϊκή χώρα. «Οι παρούσες εγκαταστάσεις μοιάζουν περισσότερο με κινηματογράφο παρά με θέατρο. Χάρις στην πολύτιμη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, συντελείται η μεγάλη καμπή στην ιστορία της όπερας στην Ελλάδα. Η Λυρική Σκηνή, το μοναδικό λυρικό θέατρο θα έχει ένα σπίτι αντάξιο της υψηλής τέχνης που υπηρετεί. Οι καλλιτέχνες τον κατάλληλο χώρο να δουλέψουν και να αναδείξουν το ταλέντο τους. Και οι θεατές, το οπερόφιλο κοινό, ένα αξιοπρεπές θέατρο που τους αξίζει. «Είναι συγκινητικό το κοινό και οι φίλοι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής πόσο στηρίζουν το έργο μας κάτω από αυτές τις συνθήκες». «Και ταυτόχρονα τώρα είναι η στιγμή που και το κράτος, με τη σειρά του, θα πρέπει να αγκαλιάσει και να στηρίξει αυτόν τον χώρο τέχνης ουσιαστικά. Να αποδείξει την ευαισθησία του στα προβλήματα που υπάρχουν χρόνια τώρα. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που η «έκπτωση» στα πάντα μόνον από την καλλιέργεια και την υψηλή αισθητική εμπειρία της τέχνης μπορεί να αντισταθμιστεί», προσθέτει.

Το κοινό διευρύνεταιΗ Χαρά Καλομοίρη είναι γενική διευθύντρια του Εθνικού Ωδείου και εγγονή του Μανώλη Καλομοίρη (1883-1962), του ιδρυτή της εθνικής μουσικής σχολής.
μεγάλωσε με Βάγκνερ και τη μουσική της καλλιέργεια ανέλαβε αρχικά ο διάσημος παππούς της. Σήμερα ηγείται του Εθνικού Ωδείου (ιδρύθηκε το 1926) και αποτελεί εκπαιδευτικό φάρο για όσους και όσες επιθυμούν να ασχοληθούν με το λυρικό τραγούδι. Αρχικά, τη ρωτάμε πώς βλέπει να εξελίσσεται η σχέση των Ελλήνων με την όπερα μέσα στα χρόνια. «Αυτό που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια διεύρυνση του κοινού. Ανέκαθεν για την Ελλάδα η όπερα ήταν δύσκολο καλλιτεχνικό είδος, ένα είδος για εκείνους που ξέρουν να επιλέγουν. Την ίδια ώρα, στην Ευρώπη η όπερα δεν θεωρείται ελιτίστικη -ούτε ποτέ συνέβη αυτό στο παρελθόν- και δεν απευθύνεται μόνο στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα. Είναι μια τέχνη που μπορεί να προσεγγίσει εύκολα το λαϊκό κοινό, γι’ αυτό και βλέπουμε πολλές χώρες να διαθέτουν πλήθος χώρων που κατακλύζονται από κόσμο. Βέβαια, σε αντίθεση με εμάς, οι χώρες αυτές διαθέτουν μουσική κουλτούρα, γνωρίζουν την κλασική μουσική και το εκπαιδευτικό σύστημά τους διαπλάθει άτομα που μπορούν να κατανοήσουν και να αγαπήσουν την όπερα ?πράγμα που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα». Για την ίδια, η μεγάλη δύναμη της όπερας βρίσκεται στα στοιχεία που την απαρτίζουν: «Περιέχει και μουσική και θέατρο και χορό και σκηνική δράση και σκηνογραφία και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η όσμωση των τεχνών. Είναι ένα είδος τέχνης που συγχωνεύει όλες τις άλλες τέχνες και γι’ αυτό μπορεί και συγκινεί όλες τις αισθήσεις»....

Μουσικές σπουδές


Λυρικός τραγουδιστής με δίπλωμα
Πώς, όμως, μπορεί κάποιος σήμερα να ασχοληθεί με το λυρικό τραγούδι και να παίξει σε όπερες; Πόσο απαιτητικό είναι το επάγγελμα; Η Χαρά Καλομοίρη, έχοντας τη δυνατότητα να συναντά καθημερινά νέους ανθρώπους που επιθυμούν να σπουδάσουν λυρικό τραγούδι, έχει τις απαντήσεις: «Κατ’αρχάς πρέπει να διαθέτει μια ωραία και σωστή φωνή. Από εκεί και πέρα, για να κάνει καριέρα θα πρέπει να κοπιάσει για περίπου πέντε με έξι χρόνια και να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Μια καλή ηλικία για να ξεκινήσει κάποιος είναι γύρω στην ηλικία των 16 και περίπου στα 22 ή λίγο αργότερα να έχει πάρει το δίπλωμά του. Υπάρχουν, βέβαια, πολλά παραδείγματα τραγουδιστών που φτάνουν στην ωρίμανσή (της φωνής) τους αρκετά χρόνια μετά και η μάθηση να απαιτήσει μεγάλο χρονικό ορίζοντα».

Οι έξι φωνές της όπερας
Οι βασικές κατηγορίες φωνών όπερας και οι εμβληματικοί Ελληνες ερμηνευτές και Ελληνίδες ερμηνεύτριες που αγαπάμε.
Σοπράνο (γυναικεία)Η φωνή καλύπτει της υψηλότερες νότες (υψίφωνος). Ο τίτλος της κορυφαίας Ελληνίδας σοπράνο, αλλά και της διασημότερης ερμηνεύτριας όπερας παγκοσμίως ανήκει δικαιωματικά στη Μαρία Κάλλας (1923-1977).
Μέτζο σοπράνο (γυναικεία)Η φωνή καλύπτει τις ενδιάμεσες νότες. Η Αγνή Μπάλτσα (1944) ανήκει σε αυτήν την κατηγορία και έχει κερδίσει την παγκόσμια καταξίωση στα σαράντα περίπου χρόνια που ασχολείται με το λυρικό τραγούδι.
Τενόρος (ανδρική)
Η φωνή καλύπτει τις υψηλότερες νότες (οξύφωνος). Ο Ζάχος Τερζάκης είναι από τους σημαντικότερους Ελληνες τενόρους. Υπήρξε πρωταγωνιστής στις περισσότερες όπερες της Γερμανίας και έχει ρεπερτόριο 50 και πλέον μεγάλων ρόλων.
Βαρύτονος (ανδρική)Η φωνή καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές. Ο Κώστας Πασχάλης (1929-2007) ήταν ο πρώτος βαρύτονος στην όπερα της Βιέννης (Kostas Paskalis) για περίπου είκοσι χρόνια και θεωρείται ως ο σπουδαιότερος Ελληνας βαρύτονος.
Μπάσος (ανδρική)Η φωνή καλύπτει τις χαμηλότερες νότες (βαθύφωνος). Διάσημος Ελληνας μπάσος ήταν ο Νίκος Ζαχαρίου (1923-2007), που με το όνομα Nicola Zaccaria μεσουράνησε στη Σκάλα του Μιλάνου για δύο και πλέον δεκαετίες.
Κοντράλτο (γυναικεία)Η φωνή καλύπτει τις χαμηλότερες νότες. Οι ρόλοι που έχουν γραφτεί στα λιμπρέτα για αυτού του είδους τις φωνές είναι λίγοι και στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ μία κοντράλτο επιπέδου Ερνεστίν Σούμαν (1861-1936).
Ορόσημα μελοδράματος
Γεγονότα και χρονολογίες που καθόρισαν την εξέλιξη της όπερας στην Ελλάδα.
1861 παρουσιαζεται στην Πάτρα η πρώτη επτανησιακή όπερα με ελληνική θεματολογία, αλλά ιταλικό λιμπρέτο: «Ο Μάρκος Μπότσαρης» του Παύλου Καρρέρ.
1867 παρουσιαζεται στην Κέρκυρα η πρώτη επτανησιακή όπερα με ελληνικό λιμπρέτο (κείμενο): «Ο υποψήφιος βουλευτής» του Σπυρίδωνα Ξύνδα.
1916 παρουσιαζεται στην Αθήνα «Ο πρωτομάστορας» του Μανώλη Καλομοίρη, η όπερα που συγκέντρωσε όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί «έργο εθνικής σχολής».
1939 ιδρύεται η Εθνική Λυρική Σκηνή. Είχαν προηγηθεί 150 χρόνια άνθησης της μελοδραματικής τέχνης στα Επτάνησα και μισός αιώνας εμπειρίας του ελληνικού μελοδράματος (1888-1938).

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Τα σημαντικότερα θέατρα όπερας στο κόσμο

Οι πιο διάσημοι ναοί της όπερας και άλλων παραστάσεων που ξεχωρίζουν για την ιστορία και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονικοί τους και φυσικά για την ακουστική τους και τις μεγάλες παραστάσεις που φιλοξενούν είναι οι παρακάτω:

La Scala, Μιλάνο, Ιταλία


Το Teatro alla Scala του Μιλάνου είναι ίσως το πιο διάσημο θέατρο όπερας του κόσμου, κι εκείνο που συνδέεται περισσότερο με την όπερα. Χτισμένο το 1778 σε τέσσερα επίπεδα, «φιλοξενεί» συχνά τους Rossini, Bellini, Donizetti και Verdi. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της La Scala, είναι το κοίλο κανάλι κάτω από το ξύλινο δάπεδο της ορχήστρας. Αυτό δίνει στο θέατρο την εξαιρετική ακουστική του.

Teatro di San Carlo, Νάπολη, Ιταλία


Kατασκευασμένο από τον βασιλιά Κάρολο των Βουρβόνων, αυτό το θαυμάσιο κόκκινο και χρυσό θέατρο, εγκαινιάστηκε το 1737 και είναι το παλαιότερο θέατρο που λειτουργεί ακόμη στον κόσμο. Μέχρι την κατασκευή της Scala του Μιλάνου, αυτό ήταν το πιο διάσημο θέατρο όπερας στην Ιταλία. Μερικές από τις πιο δημοφιλείς όπερες του Gioachino Rossini, έκαναν πρεμιέρα στη σκηνή του.

Teatro Colon, Μπουένος Άιρες, Αργεντινή


Για να μην υστερήσουν από τους πλούσιους βιομηχάνους των ΗΠΑ, οι Αργεντινοί που αγαπούσαν την όπερα, έφτιαξαν το Teatro Colon στα 1908. Με τόσους πολλούς αρχιτέκτονες να συμμετέχουν στην κατασκευή του, που δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το κτήριο ενσωματώνει πάρα πολλά στυλ που συνδέονται με τα ευρωπαϊκά θέατρα.Πλήθος διάσημων καλλιτεχνών το έχουν διακοσμήσει και πλήθος μεγάλων παραστάσεων έχουν φιλοξενηθεί σε αυτό.

Η Royal Opera House, Λονδίνο, Αγγλία


Ένα θέατρο όπερας βρισκόταν στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το Royal Opera House στο Covent Garden, από τις αρχές του 18ου αιώνα. Το σημερινό κτήριο είναι το τρίτο. Έργα του George Handel πρωτοπαρουσιάστηκαν εδώ, ενώ ο ίδιος έγραψε πολλές όπερες και ορατόρια αποκλειστικά γι’ αυτό το θέατρο. Από το 1735 μέχρι το θάνατό του το 1759, έδωσε τακτικές παραστάσεις εδώ.

The Bolshoi, Μόσχα, Ρωσία


Είναι ένα από τα καλύτερα θέατρα της Ρωσίας, σε συνδυασμό με μία από τις καλύτερες συμφωνικές ορχήστρες του κόσμου. Το Μπολσόι στη Μόσχα έχει επιζήσει από φωτιά, πόλεμο και επανάσταση. Η εντυπωσιακή νεοκλασική του στοά, που ολοκληρώνεται με ένα άγαλμα του Απόλλωνα πάνω στο άρμα του, αποτελεί τον πρόδρομο για το μεγαλείο που ακολουθεί στο εσωτερικό του κτηρίου. Το Μπολσόι έκλεισε το 2005 για εκτεταμένη ανακαίνιση στο εσωτερικό του και άνοιξε εκ νέου το φθινόπωρο του 2011.
Τέσσερα θεωρεία κι ένας εντυπωσιακός εξώστης περικυκλώνουν την ορχήστρα και τα καθίσματα είναι επενδεδυμένα με κόκκινο ύφασμα. Η μεγάλη σκηνή είναι γνωστή για το περίφημο μπαλέτο της. Εδώ, ο Yuri Grigorovich συνέθεσε μεγάλες χορογραφίες όπως οι Swan Lake, The Golden Age και Romanda.

Sydney Opera House, Σίδνεϊ, Αυστραλία


Βρίσκεται σε ένα κομμάτι γης λίγο έξω από το λιμάνι του Σίδνεϊ και μοιάζει με ένα εντυπωσιακό ιστιοφόρο που πλέει στη θάλασσα. Ακόμα κι αν δεν ενδιαφέρεστε να παρακολουθήσετε κάποια παράσταση, μπορείτε να επισκεφθείτε την όπερα μόνο για να δείτε το ιδιαίτερο αυτό κτήριο. Η κατασκευή της σχεδιάστηκε από τον Jorn Utzon, για να μοιάζει με μια σειρά από επικαλυπτόμενα κελύφη και πανιά. Τα εγκαίνια έγιναν το 1973 και η πρώτη παράσταση ήταν η «Πόλεμος και Ειρήνη» του Prokofiev.

Στο εσωτερικό του, κάθε θέατρο επενδύεται από διάφορα είδη ξύλου για την ενίσχυση της ακουστικής του χώρου, καθώς και για την αισθητική του.

Paris Opéra, Παρίσι, Γαλλία


Η κύρια πρόσοψη της Opéra είναι απίστευτα εντυπωσιακή, ακόμη και για το Παρίσι, μια πόλη που είναι γεμάτη από αρχιτεκτονικά θαύματα. Το εξαιρετικά διακοσμημένο κτήριο με τον μεγάλο τρούλο, κατασκευάστηκε το 1875, ενώ το μεγάλο θέατρο είναι κατάλληλο, τόσο για μπαλέτο, όσο και για όπερα.

Η πλούσια και εντυπωσιακή του διακόσμηση αντικατοπτρίζει το στυλ και τις ιδέες της δεύτερης αυτοκρατορίας στη Γαλλία. Το 1962, ο Marc Chagall δημιούργησε νέες τοιχογραφίες στο κέντρο της οροφής του Palais Garnier. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά θεαματικό και μάλιστα δεν έρχεται σε σύγκρουση με τον επίσημο χαρακτήρα της εσωτερικής διακόσμησης.

Opéra Royal, Versailles Court Theater, Γαλλία


Το εσωτερικό της Βασιλικής Όπερας στο γνωστό εντυπωσιακό παλάτι των Βερσαλλιών, αποτελεί μια έξυπνη δημιουργία. Οι ξύλινοι τοίχοι ήταν πραγματικά ζωγραφισμένοι ώστε να μοιάζουν με μάρμαρο, το οποίο και πετυχαίνουν. Το χρυσό χρώμα δένει αρμονικά με το ροζ και το πράσινο, την μπλε κουρτίνα και την ταπετσαρία. Ξεχωρίζοντας από τα παραδοσιακού ιταλικού στυλ θέατρα, δύο θεωρεία κυκλώνουν τη σκηνή, που ολοκληρώνεται με μια πλούσια κιονοστοιχία που φαίνεται ατέλειωτη, χάρη σε ένα παιχνίδι καθρεπτών.
Ο Ange-Jacques Gabriel έχτισε το θέατρο το 1769 στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το γάμο του μελλοντικού βασιλιά Λουδοβίκου XVI, με την πριγκίπισσα της Αυστρίας Μαρία-Αντουανέτα. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, το θέατρο χρησιμοποιείται μόνο περιστασιακά για διάφορες εκδηλώσεις. Σήμερα, φιλοξενούνται εκεί συχνά, ειδικές παραστάσεις γκαλά.

Vienna Staatsoper, Βιέννη, Αυστρία


Kατασκευασμένη το 1869, η Κρατική Όπερα της Βιέννης εγκαινιάστηκε με την παράσταση Don Giovanni του Μότσαρτ. Η φήμη της ως το κέντρο της βιεννέζικης μουσικής ζωής, έχει καθιερωθεί εδώ και χρόνια και η Κρατική Όπερα παραμένει μία από τις κορυφαίες όπερες του κόσμου. Παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της καταστράφηκε στις 12 Μαρτίου του 1945, όταν οι Σύμμαχοι βομβάρδισαν την πόλη προς το τέλος του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, η μεγάλη σκάλα και μερικοί ακόμη χώροι, επέζησαν ως εκ θαύματος.

Lincoln Center, Νέα Υόρκη


Φιλοξενεί τη Metropolitan Opera, τη φιλαρμονική της Νέας Υόρκης και το μπαλέτο New York City Ballet. Το Lincoln Center for the Performing Arts στεγάζει επίσης μια βιβλιοθήκη και δύο θέατρα. Εκεί παρουσιάζονται όχι μόνο κλασσικές παραστάσεις αλλά και πιο μοντέρνες. Οι όπερες στο Met, μαγνητοσκοπούνται συχνά και αναμεταδίδονται ζωντανά σε θέατρα σε όλο τον κόσμο. Το ινστιτούτο Lincoln Center για τις Τέχνες στην Εκπαίδευση, προωθεί την έμπνευση και τη δημιουργία σε μαθητές και επαγγελματίες.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Ιστορία

Το παλαιότερο ιστορικά έργο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως όπερα χρονολογείται περίπου στα 1597 και είναι η Δάφνη των Τζάκοπο Πέρι και Οτάβιο Ρινουτσίνι. Το έργο αυτό αποτέλεσε ουσιαστικά μια προσπάθεια μίμησης του κλασικού αρχαίου ελληνικού δράματος. Η Δάφνη δεν είχε διασωθεί. Ένα μεταγενέστερο έργο του Πέρι, η Ευρυδίκη, αποτελεί το παλαιότερο μουσικό κείμενο (παρτιτούρα) όπερας που διασώζεται έως σήμερα.
Σημαντική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του είδους ήταν και η μονωδία. Το είδος αυτό αναπτύχθηκε από τους Ιταλούς συνθέτες στα τέλη του 16ου αιώνα. Η γέννηση της όπερας τοποθετείται γεωγραφικά στην Ιταλία, ωστόσο έγινε τόσο δημοφιλές είδος που σύντομα εξαπλώθηκε και στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία και τη Ρωσία. Το 1637, στη Βενετία, κτίστηκε και το πρώτο θέατρο αποκλειστικά για παραστάσεις όπερας ενώ ακολούθησαν μόνο στην πόλη της Βενετίας επιπλέον 16 ανάλογα θέατρα, ενδεικτικό της απήχησης που είχε το είδος.
Οι πρώτες όπερες χαρακτηρίζονταν ως dramma per musica, δηλάδή το δράμα μέσω μουσικής και το 17ο ή 18ο αιώνα η πλοκή στις περισσότερες όπερες βασιζόταν στη μυθολογία ή σε ιστορικά γεγονότα. Η θεματολογία τους ήταν σοβαρή (opera seria) ή ακόμα και κωμική (opera buffa).
 
Η Όπερα του Σίδνεϊ (Αυστραλία), ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κτίρια στον κόσμο

Γενικές Πληροφορίες

Μουσική δομή

Η ποίηση της όπερας ή οι διάλογοι που αναδεικνύουν την πλοκή, αποτελεί το αποκαλούμενο λιμπρέτο (libretto), το οποίο ανάλογα με το είδος της όπερας μπορεί να είναι σοβαρό ή περισσότερο κωμικό. Υπάρχει γενικά διχογνωμία σχετικά με το αν το λιμπρέτο ή η μουσική είναι το σημαντικότερο στοιχείο σε μια όπερα. Η μουσική είναι τις περισσότερες φορές συνεχής και έχει ως απώτερο στόχο τη δραματοποίηση των δρώμενων στη σκηνή.


Είδη τραγουδιού

Η παραδοσιακή όπερα αποτελείται από δύο είδη τραγουδιού για την αφήγηση της πλοκής του έργου: το ρετσιτατίβο, το μέρος του διαλόγου που κατά κύριο λόγο προάγει τη δράση και την άρια, όπου μέσω ενός μονολόγου αποκρυσταλλώνεται μια συναισθηματική κατάσταση. Αρκετές φορές έχουμε ντουέτα ή μεγαλύτερα ακόμα φωνητικά σύνολα, χωρίς να λείπουν -αν και είναι σπανιότερα- χορωδιακά μέρη.
Η στερεότυπη δομή μιας πράξης της όπερας υπαγορεύει πως οι βασικοί ήρωες-χαρακτήρες πρέπει να έχουν μια άρια σε κάθε πράξη. Επιπλέον, αποφεύγονται δύο διαδοχικές άριες ίδιου χαρακτήρα ή για τον ίδιο τύπο φωνής, ενώ το ρεπερτόριο των πρωταγωνιστών περιλαμβάνει περισσότερες άριες από το ρεπερτόριο δευτερευόντων χαρακτήρων του έργου.


Φωνές

Οι φωνές των τραγουδιστών της όπερας διακρίνονται καταρχήν σε ανδρικές και γυναικείες. Ανάλογα με αυτή την κατηγοριοποίηση διακρίνουμε τους εξής τύπους φωνών:

Τύποι ανδρικών φωνών

  • Βαθύφωνος ή μπάσσος (bass) - καλύπτει τις χαμηλότερες νότες
  • Βαρύτονος (baritone) - καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές
  • Τενόρος (tenor) ή οξύφωνος - καλύπτει τις υψηλότερες νότες
  • Κόντρα-τενόρος (countertenor) - καλύπτει τις υψηλότερες νότες που μπορεί να φτάσει ανδρική φωνή. Επειδή υπάρχουν μόνο λίγοι κοντρα-τενόροι παγκοσμίως, συχνά οι ρόλοι τους ερμηνεύονται από γυναίκες

Τύποι γυναικείων φωνών

  • Κοντράλτο (contralto) - καλύπτει τις χαμηλότερες νότες
  • Μεσόφωνος ή μέτσο-σοπράνο (mezzo soprano) - καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές
  • Υψίφωνος ή σοπράνο (soprano) - καλύπτει τις υψηλότερες νότες
Στους παραπάνω τύπους μπορούν να υπάρχουν και φωνές που ανήκουν σε ενδιάμεσες κατηγορίες.





Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Η όπερα αποτελεί μουσικό θεατρικό είδος, είναι δηλαδή μουσική σύνθεση που περιλαμβάνει συγχρόνως και σκηνική δράση. Οι διάλογοι των ηθοποιών της όπερας αποδίδονται με τη μορφή τραγουδιού ενώ η θεατρική παράσταση εκτυλίσσεται παρουσία ενός μουσικού συνόλου. Ως είδος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού και παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
Ο όρος όπερα ειναι ο πληθυντικός του λατινικού opus που σημαίνει το έργο, δηλώνοντας έτσι την ενσωμάτωση στην όπερα πολλών καλλιτεχνικών ειδών όπως η μουσική, το θέατρο, ο χορός και η σκηνογραφία. Αποδίδεται συχνά στα ελληνικά και ως μελόδραμα, αν και ο όρος αυτός είναι ευρύτερος. Όπερα ονομάζεται επίσης το θέατρο που φιλοξενεί τις παραστάσεις.