Οι Ελληνες και η όπερα
Άλλο ένα είδος τέχνης που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και το οποίο οι Νεοέλληνες -εν πολλοίς- αγνοούν. Αλλοτε επιδεικτικά, άλλοτε γιατί «δεν έτυχε», άλλοτε γιατί ο -συζητήσιμος- ελιτισμός του είδους δεν τους αγγίζει. Ευτυχώς, κάτι δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια.
Η όπερα είναι το καλλιτεχνικό μόρφωμα όπου η μουσική συναντάει το θεατρικό δράμα. Αν και έλκει την καταγωγή της από την Ιταλία της Αναγέννησης, η αρχική μαγιά των διανοητών που την έπλασαν ήταν το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η όπερα είναι μια προσπάθεια αναβίωσης της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, που ως γνωστόν περιέχει απαγγελία, εκφραστική, τραγούδι, κουστούμια, δράμα και χορό. Στην Ελλάδα, το εν λόγω καλλιτεχνικό είδος εισήχθη μέσω των νησιών του Ιονίου στα τέλη του 18ου αιώνα και των Επτανήσιων συνθετών, που είχαν ευρωπαϊκή μουσική παιδεία. Στην Αθήνα φτάνει περίπου μισό αιώνα μετά: Το 1837 γίνεται η πρώτη απόπειρα, ακολουθούν περιοδεύοντες θίασοι από το εξωτερικό, παρουσιάζονται έργα Επτανήσιων συνθετών και το 1916 ανεβαίνει στην Αθήνα η παράσταση «Ο πρωτομάστορας» του Μανώλη Καλομοίρη. Είναι το πρώτο έργο της εθνικής μουσικής σχολής της Ελλάδας. Από τότε διαδραματίστηκαν πολλά: Αναδείχτηκαν μεγάλοι Ελληνες συνθέτες και λυρικοί τραγουδιστές και ανέβηκαν σπουδαία ελληνικά και ξένα έργα. Ωστόσο, η απουσία του ευρύτερου κοινού παραμένει εκκωφαντική. Το μέλλον, πάντως, προμηνύεται καλύτερο.
Στόχος, ο μέσος άνθρωποςΩς καλλιτεχνικό είδος, η όπερα δεν είναι δύσκολη ούτε ακαταλαβίστικη. Οι λόγοι για τους οποίους φαντάζει δυσπρόσιτη είναι πιο σύνθετοι. Εξηγήσιμοι ωστόσο.
H όπερα στην Ελλάδα κέρδισε εξαρχής την εύνοια της βασιλικής οικογένειας και ταυτίστηκε κυρίως με την αριστοκρατία. Σε μικρότερο βαθμό με τα πιο δυναμικά στρώματα της αστικής τάξης. Κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το τι συμβαίνει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, στην Ιταλία η όπερα, μολονότι «αριστοκρατικό» πνευματικό προϊόν, είναι πολύ δημοφιλής στα λαϊκά στρώματα. Το ίδιο συμβαίνει στην Αυστρία και τη Γερμανία (όπου όλες οι μεγάλες πόλεις έχουν και από μία όπερα). Στην Ελλάδα αντίθετα, παρά τις προσπάθειες που είχαν γίνει στις αρχές του 20ού αιώνα (με φτηνά εισιτήρια για τα χαμηλά στρώματα), από ένα σημείο και πέρα η όπερα συμπορεύτηκε συμβολικά με το κοινωνικό γόητρο και με τον αποκλεισμό των οικονομικά ασθενέστερων. Αυτός ο διαφαινόμενος ελιτισμός σίγουρα υποδηλώνει και ένα έλλειμμα από την πλευρά της Λυρικής Σκηνής, που δυσκολεύτηκε να πλησιάσει τον μέσο Ελληνα. Ωστόσο όλοι οι εμπλεκόμενοι διακηρύσσουν ότι σε αυτόν απευθύνονται. Προς αυτήν την κατεύθυνση λειτουργούν και οι υπότιτλοι (ηλεκτρονικοί, σε ειδικό πλαίσιο πάνω από τη σκηνή), που πλέον συνοδεύουν όλες τις παραστάσεις στην Ελλάδα.
Επτανησιακή και Εθνική
Οι δύο μουσικές σχολέςΤα ελληνικά έργα όπερας (μελοδράματα) διακρίνονται σε δύο ευδιάκριτες κατηγορίες: Στα επτανησιακά (τα οποία προηγήθηκαν χρονικά), που ακολουθούν τη μελωδική γραμμή και τις βασικές αρχές της ιταλικής όπερας, με πολλά από τα έργα να είναι γραμμένα στην ιταλική γλώσσα. Η γειτνίαση, εδώ, έπαιξε καθοριστικό παράγοντα. Δεύτερον, στα έργα της εθνικής σχολής, την οποία εισήγαγε ο Μανώλης Καλομοίρης. Χαρακτηριστικά της, η ελληνική θεματολογία και γλώσσα και οι επιρροές από τη δημοτική και τη βυζαντινή μουσική, αλλά και από το μουσικό ύφος της γερμανικής εθνικής σχολής.
Η άλλη διάσταση της όπερας
Ο Τζοβάνι Πάκορ διακρίνει μια αξιοσημείωτη στροφή προς την όπερα και μια ανανέωση του οπερόφιλου κοινού προς τα κάτω ηλικιακά: «Υπάρχουν νέοι που κλείνουν με την έναρξη της προπώλησης τα εισιτήριά τους από το ίντερνετ και πιστό κοινό που σχηματίζει ουρές στα ταμεία για μία παράσταση της «Μποέμ» ή της «Τραβιάτας». Που απολαμβάνει τις παραστάσεις, κρίνει, χειροκροτεί, συμμερίζεται τα προβλήματα, τους στόχους μας». Για το τέλος, τον ρωτάμε για ποιους λόγους θα έπρεπε κάποιος να παρακολουθήσει έστω για μία φορά στη ζωή του όπερα. «Με την όπερα μεταφέρεσαι σε άλλη διάσταση, για δυο τρεις ώρες σταματά ο χρόνος. Δεν θα πεις ποτέ ότι έχασες τον χρόνο σου. Δίνεις μια πραγματική πρώτη ευκαιρία αυτοανανέωσης τόσο με την τέχνη όσο και με τον ίδιο σου τον εαυτό. Η όπερα είναι απόδραση από την πραγματικότητα».
Η πορεία της όπερας
Από τη γέννηση ως την ωρίμανση
Το βιβλίο της Αγγελικής Σκανδάλη «Η πορεία της όπερας: Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα σε σχέση με τη συγκρότηση του αστικού χώρου» (Gutenberg 2001) αποτελεί μια εξαίρετη πραγματεία πάνω στο ξεκίνημα της όπερας επί ελλαδικού εδάφους, ιδωμένο μέσα από διάφορα πρίσματα: Την κοινωνιολογία, τη συγκρότηση του νέου κράτους, την ιστορία, την πολιτική, τις τέχνες και τα γράμματα. Καλύπτει χρονικά την περίοδο 1817-1916 ακολουθώντας τα χνάρια του μελοδράματος στην Ελλάδα.
Σε τροχιά ανάπτυξηςΟ Τζοβάνι Πάκορ (από Ιταλό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα) είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από το 2008. Τα σχέδιά του είναι μεγάλα!
ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον για την όπερα στην Ελλάδα. Η αισιοδοξία προκύπτει και από την εξέλιξη των έργων ανέγερσης της νέας όπερας της Αθήνας, σε αρχιτεκτονικά σχέδια Ρέντζο Πιάνο. Θα στεγαστεί στο Κέντρο Πολιτισμού - Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στον χώρου του παλαιού Ιπποδρόμου στο Δέλτα Φαλήρου. Ο ίδιος προσδοκάει από τη δημιουργία της νέας όπερας την αποκατάσταση του είδους σε μια ευρωπαϊκή χώρα. «Οι παρούσες εγκαταστάσεις μοιάζουν περισσότερο με κινηματογράφο παρά με θέατρο. Χάρις στην πολύτιμη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, συντελείται η μεγάλη καμπή στην ιστορία της όπερας στην Ελλάδα. Η Λυρική Σκηνή, το μοναδικό λυρικό θέατρο θα έχει ένα σπίτι αντάξιο της υψηλής τέχνης που υπηρετεί. Οι καλλιτέχνες τον κατάλληλο χώρο να δουλέψουν και να αναδείξουν το ταλέντο τους. Και οι θεατές, το οπερόφιλο κοινό, ένα αξιοπρεπές θέατρο που τους αξίζει. «Είναι συγκινητικό το κοινό και οι φίλοι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής πόσο στηρίζουν το έργο μας κάτω από αυτές τις συνθήκες». «Και ταυτόχρονα τώρα είναι η στιγμή που και το κράτος, με τη σειρά του, θα πρέπει να αγκαλιάσει και να στηρίξει αυτόν τον χώρο τέχνης ουσιαστικά. Να αποδείξει την ευαισθησία του στα προβλήματα που υπάρχουν χρόνια τώρα. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που η «έκπτωση» στα πάντα μόνον από την καλλιέργεια και την υψηλή αισθητική εμπειρία της τέχνης μπορεί να αντισταθμιστεί», προσθέτει.
Το κοινό διευρύνεταιΗ Χαρά Καλομοίρη είναι γενική διευθύντρια του Εθνικού Ωδείου και εγγονή του Μανώλη Καλομοίρη (1883-1962), του ιδρυτή της εθνικής μουσικής σχολής.
μεγάλωσε με Βάγκνερ και τη μουσική της καλλιέργεια ανέλαβε αρχικά ο διάσημος παππούς της. Σήμερα ηγείται του Εθνικού Ωδείου (ιδρύθηκε το 1926) και αποτελεί εκπαιδευτικό φάρο για όσους και όσες επιθυμούν να ασχοληθούν με το λυρικό τραγούδι. Αρχικά, τη ρωτάμε πώς βλέπει να εξελίσσεται η σχέση των Ελλήνων με την όπερα μέσα στα χρόνια. «Αυτό που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια διεύρυνση του κοινού. Ανέκαθεν για την Ελλάδα η όπερα ήταν δύσκολο καλλιτεχνικό είδος, ένα είδος για εκείνους που ξέρουν να επιλέγουν. Την ίδια ώρα, στην Ευρώπη η όπερα δεν θεωρείται ελιτίστικη -ούτε ποτέ συνέβη αυτό στο παρελθόν- και δεν απευθύνεται μόνο στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα. Είναι μια τέχνη που μπορεί να προσεγγίσει εύκολα το λαϊκό κοινό, γι’ αυτό και βλέπουμε πολλές χώρες να διαθέτουν πλήθος χώρων που κατακλύζονται από κόσμο. Βέβαια, σε αντίθεση με εμάς, οι χώρες αυτές διαθέτουν μουσική κουλτούρα, γνωρίζουν την κλασική μουσική και το εκπαιδευτικό σύστημά τους διαπλάθει άτομα που μπορούν να κατανοήσουν και να αγαπήσουν την όπερα ?πράγμα που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα». Για την ίδια, η μεγάλη δύναμη της όπερας βρίσκεται στα στοιχεία που την απαρτίζουν: «Περιέχει και μουσική και θέατρο και χορό και σκηνική δράση και σκηνογραφία και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η όσμωση των τεχνών. Είναι ένα είδος τέχνης που συγχωνεύει όλες τις άλλες τέχνες και γι’ αυτό μπορεί και συγκινεί όλες τις αισθήσεις»....
Μουσικές σπουδές
Λυρικός τραγουδιστής με δίπλωμα
Πώς, όμως, μπορεί κάποιος σήμερα να ασχοληθεί με το λυρικό τραγούδι και να παίξει σε όπερες; Πόσο απαιτητικό είναι το επάγγελμα; Η Χαρά Καλομοίρη, έχοντας τη δυνατότητα να συναντά καθημερινά νέους ανθρώπους που επιθυμούν να σπουδάσουν λυρικό τραγούδι, έχει τις απαντήσεις: «Κατ’αρχάς πρέπει να διαθέτει μια ωραία και σωστή φωνή. Από εκεί και πέρα, για να κάνει καριέρα θα πρέπει να κοπιάσει για περίπου πέντε με έξι χρόνια και να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Μια καλή ηλικία για να ξεκινήσει κάποιος είναι γύρω στην ηλικία των 16 και περίπου στα 22 ή λίγο αργότερα να έχει πάρει το δίπλωμά του. Υπάρχουν, βέβαια, πολλά παραδείγματα τραγουδιστών που φτάνουν στην ωρίμανσή (της φωνής) τους αρκετά χρόνια μετά και η μάθηση να απαιτήσει μεγάλο χρονικό ορίζοντα».
Οι έξι φωνές της όπερας
Οι βασικές κατηγορίες φωνών όπερας και οι εμβληματικοί Ελληνες ερμηνευτές και Ελληνίδες ερμηνεύτριες που αγαπάμε.
Σοπράνο (γυναικεία)Η φωνή καλύπτει της υψηλότερες νότες (υψίφωνος). Ο τίτλος της κορυφαίας Ελληνίδας σοπράνο, αλλά και της διασημότερης ερμηνεύτριας όπερας παγκοσμίως ανήκει δικαιωματικά στη Μαρία Κάλλας (1923-1977).
Μέτζο σοπράνο (γυναικεία)Η φωνή καλύπτει τις ενδιάμεσες νότες. Η Αγνή Μπάλτσα (1944) ανήκει σε αυτήν την κατηγορία και έχει κερδίσει την παγκόσμια καταξίωση στα σαράντα περίπου χρόνια που ασχολείται με το λυρικό τραγούδι.
Τενόρος (ανδρική)
Η φωνή καλύπτει τις υψηλότερες νότες (οξύφωνος). Ο Ζάχος Τερζάκης είναι από τους σημαντικότερους Ελληνες τενόρους. Υπήρξε πρωταγωνιστής στις περισσότερες όπερες της Γερμανίας και έχει ρεπερτόριο 50 και πλέον μεγάλων ρόλων.
Βαρύτονος (ανδρική)Η φωνή καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές. Ο Κώστας Πασχάλης (1929-2007) ήταν ο πρώτος βαρύτονος στην όπερα της Βιέννης (Kostas Paskalis) για περίπου είκοσι χρόνια και θεωρείται ως ο σπουδαιότερος Ελληνας βαρύτονος.
Μπάσος (ανδρική)Η φωνή καλύπτει τις χαμηλότερες νότες (βαθύφωνος). Διάσημος Ελληνας μπάσος ήταν ο Νίκος Ζαχαρίου (1923-2007), που με το όνομα Nicola Zaccaria μεσουράνησε στη Σκάλα του Μιλάνου για δύο και πλέον δεκαετίες.
Κοντράλτο (γυναικεία)Η φωνή καλύπτει τις χαμηλότερες νότες. Οι ρόλοι που έχουν γραφτεί στα λιμπρέτα για αυτού του είδους τις φωνές είναι λίγοι και στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ μία κοντράλτο επιπέδου Ερνεστίν Σούμαν (1861-1936).
Ορόσημα μελοδράματος
Γεγονότα και χρονολογίες που καθόρισαν την εξέλιξη της όπερας στην Ελλάδα.
1861 παρουσιαζεται στην Πάτρα η πρώτη επτανησιακή όπερα με ελληνική θεματολογία, αλλά ιταλικό λιμπρέτο: «Ο Μάρκος Μπότσαρης» του Παύλου Καρρέρ.
1867 παρουσιαζεται στην Κέρκυρα η πρώτη επτανησιακή όπερα με ελληνικό λιμπρέτο (κείμενο): «Ο υποψήφιος βουλευτής» του Σπυρίδωνα Ξύνδα.
1916 παρουσιαζεται στην Αθήνα «Ο πρωτομάστορας» του Μανώλη Καλομοίρη, η όπερα που συγκέντρωσε όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί «έργο εθνικής σχολής».
1939 ιδρύεται η Εθνική Λυρική Σκηνή. Είχαν προηγηθεί 150 χρόνια άνθησης της μελοδραματικής τέχνης στα Επτάνησα και μισός αιώνας εμπειρίας του ελληνικού μελοδράματος (1888-1938).










